Τρίτη 26 Μαΐου 2009

E as Electra

Με γνώρισε ακουστικώς Χριστούγεννα του 2007, θα διαλέγαμε πλακάκια, κανονικά θα έπρεπε να διαλέγουμε Χριστουγεννιάτικα δώρα. Της υποσχέθηκα διάφορα, θα αφορούσαν τα καλοκαίρια της, τα ταξίδια μας και τα κοσμήματά μου. Οπτικώς με γνώρισε το καλοκαίρι του 2008, θα διαλέγαμε χρώματα. Ήθελα πολύ να της κάνω το δωμάτιο, ειδικά για εκείνη. Ξαπλωμένη με κοίταζε με μάτια απορημένα. Ιούλιος, εγώ σε αναμμένα κάρβουνα, εκείνη νηφάλια. Κάτσε λίγο, μη φύγεις, είπαν τα μάτια της. Κάτσε λίγο, να τόσο δα λίγο, δες εμένα, εμένα, όχι τα χρώματα! Εκείνο το πρώτο της - μας καλοκαίρι, αυτό που της υποσχέθηκα, το πέρασε τελικά μόνη, κι εγώ το πρώτο μας καλοκαίρι σε άλλες μεσογειακές ακτές, μακριά της. Εκείνη τα πρώτα πλατσουρίσματα δίπλα στα πεύκα κι εγώ τα πρώτα μου ακούσματα δίπλα στον ατλαντικό.
Σεπτέμβρη, ξανανταμώσαμε. Εκείνη να τρώει τα φρουτάκια της, ένα μήλο, ένα αχλάδι, μία μπανάνα, σωστή φρουτοποιία, τούρμπο στη βιταμίνη κι εγώ να πίνω τους εσπρέσο μου, τούρμπο στην αδρεναλίνη και να γελάμε δυνατά.
Οκτώβρη, δε βρεθήκαμε, κίτρινο ταξί, όνειρα πολλά, σκορπισμένα στους βορριάδες. Αέρας, νερό, άνεμος να το ανακατεύει. Χειμώνας... δεν ανταμώσαμε. Ο Δεκέμβρης, πολύ απλά δεν υπήρξε, ούτε τότε βρεθήκαμε.
Το Φεβρουάριο, παλινδρομήσεις, είχε κι ένα κρύο, την καθήλωσε στα πάτρια εδάφη. Κανονικά δεν έπρεπε. Έπρεπε να πάει. Εκείνη το μετάνιωσε, θα έρθει η μέρα που θα της το πει, για να μη μετανιώνει κι εκείνη αργότερα, να πηγαίνει εκεί που θέλει και να αψηφά το κρύο, τους ανθρώπους, τη λογική. Να πηγαίνει όπου το λέει η καρδιά της. Το κρύο αντέχεται, το γκρι αντέχεται, τα άδεια πεζοδρόμια του Μονάχου αντέχονται, θα της πει. Τα διπλανά άδεια καθίσματα, αντέχονται, αρκεί να είναι επιλογή σου, θα της πει. Να τολμάς και να δοκιμάζεις, θα της πει. Να έχεις πνευμόνια, θα της πει. Να δίνεις κι ας μην έχεις κανένα feed back, θα της πει. Άγριο πράγμα...η καμία αντίδραση, θα της πει, αλλά εσύ θα μάθεις να το αντέχεις.
Το Μάρτη, την πήρα αγκαλιά. Πλακάκι με λουλουδάκια σιελ και ανοιχτά πράσινα, μπανιερίτσα πλαστική κίτρινη, πετσέτα τεράστια πάλλευκη. Τσουπ, χάθηκε μέσα εκεί, στο χνουδωτό άσπρο. Μαλλάκια βρεγμένα, ματάκια υγρά, να έχεις τον παράδεισο αγκαλιά, κιλά 5, 6? Γεια σου, της είπα. Τι καλά που ανταμώνουμε, της χαμογέλασα. Είμαι αυτή που δεν κρατάει τις υποσχέσεις της, την κοίταξα. Είμαι αυτή που σου χάλασε το πρώτο σου κουρδιστό μουσικό κουτί, της ψιθύρισα. Αδέξια και πάντα βιαστική, αναστέναξα. Είμαι αυτή που δε θα μπορέσω να σε κρατήσω έτσι εκείνη τη μέρα, σιώπησα. Αλλά στο υπόσχομαι, ότι θα σε κρατάω έτσι, έτσι ακριβώς πολλές άλλες μέρες, την κοίταξα. Σου υπόσχομαι ότι τα ταξίδια μας θα γίνουν, σου υπόσχομαι ότι τα κολιέ θα είναι στα 18 σου, από κάποια άλλη πόλη, πολύ μακρινή, από άλλη ήπειρο. Σου υπόσχομαι να σου μιλάω για τα όνειρα που είχα τότε 33 Φλεβάρηδες μετά, όνειρα που για άλλους ήταν απλά εμπειρίες που προσθέσανε σε άλλες εμπειρίες. Για τα όνειρα that I can't let them go.
Σου υπόσχομαι Ηλέκτρα ότι θα είμαι εκεί, και που ξέρεις, μπορεί σε κάποια κοπάνα από το σχολείο, αντί να πας για καφέ, να ρθεις να με δεις, όπως πήγαινα κι εγώ στη Σοφούλη, κι άνοιγε μια πόρτα και χανόμουνα σε μια κουζίνα που μοσχοβολούσε φρεσκοψημένο κέηκ. Σου υπόσχομαι να προσπαθήσω να κάνω τα κέηκ αφράτα όπως τα κάνει εκείνη. Σου υπόσχομαι να σου πω την ιστορία για μια νησίδα, για κρασιά, για φίλους. Για ένα φεγγάρι αυγουστιάτικο που έλαμπε ίδιο Avignon - Αιγαίο. Σου υπόσχομαι να σου γυρίσω πίσω τη γαλήνη που μου χαρίζεις, 33 Φλεβάρηδες μετά, Σάββατο βράδυ του Μαγιού, πρωτελευταίο, ανάμεσα σε πλακάκια διαλεγμένα από μένα για σένα, ανάμεσα σε χνουδωτές πετσέτες και μυρωδιά ταλκ. Σου υπόσχομαι να σου πω για κάθε ένα ωτοστόπ που κάναμε με τη μαμά σου, στη Χαλκιδική, στη Σαντορίνη, στις Σπέτσες. Σου υπόσχομαι να σε παίρνω αγκαλιά και μετά, πολύ μετά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου