Τη γνώρισα πολύ μικρή. Εικόνες πολλές. Την πρώτη ειλικρινά δε θυμάμαι. Η πρώτη ανάμνηση που ανακαλώ είναι μεσημεράκι, αργία 25ης Μαρτίου. Κοτόπουλα Ιωαννίνων, coca cola που τελείωνε σε dt ,αν δεν είχες κάνει σωστή διαχείριση, και έμενες να γεμίζεις το ποτήρι με νερό μπας και πάρει λίγη, να τόση λίγη από την πρότερη γεύση. Κι ο λογαριασμός που ερχόταν στον μπαμπά κι εγώ νόμιζα κάθε φορά ότι φτωχαίναμε! Η πρώτη ανάμνηση λοιπόν, που έχω από αυτήν, είναι να περπατάω με τη μία από τις συνονόματες γιαγιάδες μου, αυτήν με την καρδιά ανοιχτό περιβόλι, ο ήλιος να λάμπει ανοιξιάτικος, γαλάζιος. Να κατεβαίνουμε κέντρο με τα πόδια. Η γιαγιά μου, η θάλασσα, η πόλη, αυτά. Δες χρειαζόμουν άλλα. Αυτά έφταναν και περίσσευαν. Ετών? 14.
Η παραλία και η θάλασσα είναι οι δύο εικόνες που μου έλειψαν εκεί στον αναγεννησιακό βορρά. Γι’ αυτή τη θάλασσα, Κυριακή πρωί, τρεις συγκάτοικες βρέθηκαν 9 η ώρα μπροστά στο γκισέ, στο σιδηροδρομικό σταθμό. Χρειάζονταν ένα τρένο που να πηγαίνει στη θάλασσα. Αυτό! Πήγαν στο Viareggio. Πήγαν και στη Venezia για τον ίδιο πάντα λόγο. Να δουν τη θάλασσα.
Παραλία και θάλασσα νομίζω πως είναι στο DNA μας. Μπλε μολυβί σχεδόν γκρι, χειμώνας. Μπλε σχεδόν ασημί, σχεδόν λαδί της ελιάς, άνοιξη – φθινόπωρο. Μπλε στραφταλιζέ χρυσαφί...καλοκαίρι. Ο ήλιος να ανατέλλει, να μεσουρανεί, να δύει. Μόνο οι συμπολίτες μου δε χειροκροτούν στο ηλιοβασίλεμα της Οίας, τους κατανοώ!
Μπορεί η πόλη να μοιράζεται στα δύο όταν έχει derby, αλλά τα ξαναφτιάχνουν, το βραδάκι το επόμενο, τότε ακριβώς, όταν ο ήλιος βουτάει στο μολύβι, στο ασήμι στο χρυσάφι.
Παραλία, ξύλινο deck, καφές αχνιστός. Πρωί πολύ πρωί, ησυχία. Πουλιά μόνο. Ωραία! Κωπηλάτες, στα λευκά, κίτρινα σκάφη, ταιριαστά πολύ!
Παραλία, σκάφια με πανιά στο βάθος εκεί, πιο κει, εκεί που...
Παραλία εκείνη την ώρα που όλη η παλέτα είναι ψυχρή, ψύχρα πουθενά στην ψυχή, μόνο αυτό το άλλο, η Έλενα αλλού, ο Τάσος αλλού, Η Πηνελόπη αλλού, η Ann αλλού, η Αγγελική αλλού, όλοι όμως μια θάλασσα.
Παραλία βράδυ, μουσικές, θα μπορούσαν να είναι στο μετρό στο Παρίσι, στην αποβάθρα στην Νέα Υόρκη...κι όμως είναι εδώ, εσύ πάλι αλλού.
Παραλία βράδυ, μουσική καμιά, φωτάκια μόνο στα φωτιστικά τα υπαίθρια, κατάρτια χωρίς πανιά; Να σου δείχνουν το δρόμο για το σπίτι κι αυτός να είναι πάντα μακρύς.
Παραλία και θάλασσα, 33 Φλεβάρηδες μετά κυλούν τη ζωή μου πιο μαλακά, ποιητικά, σιωπηλά, να γεμίζουν όμως τα πνευμόνια, όπως λέει και ο Εμίλ.
Παραλία και χτες βράδυ, κι όμως χαρά μεγάλη χαρά, να χασμουριέσαι, το μέγαρο να λάμπει εσωτερικά, το σκυλί μου ένα πτώμα από την περιπατητική κι εκεί απρόσμενα μέσα στην νύχτα, να ακούς το όνομά σου. Δύο χέρια να ανοίγουν και να χάνεσαι σε αγκαλιά τόσο γνωστή, οικεία, Φλωρεντία! Αχ Γιώτα... πήγα στα μέρη που κάναμε jogging, της λέω. Το σπίτι μας ίδιο, της λέω. Το Tarrocchi ετοιμάζεται να βγάλει τραπεζάκια έξω, της λέω. Η Φλωρεντία μας, μας, περιμένει να υποδεχτεί την άνοιξη, της λέω.
33 Φλεβάρηδες μετά, αυτή η παραλία μου επιστρέφει τους φίλους μου, κι αυτούς που είχα χάσει, έτσι απλά, για να με συνοδεύουν στο μετά τα 33! Εκείνη, ετοιμάζεται για jogging, το πρώτο της χρονιάς, πλησιάζει καλοκαίρι. Πρώτη της φορά στη νέα παραλία, πρώτη μου φορά που περπατάω μέχρι εκεί. Έχω να τη δω δέκα χρόνια κι όμως είναι σα να μην πέρασε μια μέρα! Θα επανέλθω γιατί εκείνη μόνο ξέρει το δικό μου κρυφό παράδεισο. Αδημονώ να επανέλθω!
Είναι γιατί η παραλία είναι ο κρυφός σου παράδεισος που όσες φορές έχουμε βρεθεί ήταν εκεί γύρω από τη θάλασσα....Παραλία...στον Πειραιά, παραλία ... Θεσσαλονίκη! Όταν χάνομαι εκεί με βρίσκω...βρίσκω κι εσένα...κι αυτό έχει αρχίσει και γίνεται πολύ ενδιαφέρον!
ΑπάντησηΔιαγραφή