Τη γνώρισα το ’81. Είχε την πιο ευθυγραμμισμένη χωρίστρα που είχαν αντικρίσει τα μάτια μου. Τους χειμώνες φορούσε φουστίτσα σκοτσέζικο καρώ πλισέ και μάλλινο καλσόν λευκό, το ίδιο κι εγώ, μόνο το καλσόν άλλαζε χρώμα κόκκινο και Adidas αθλητικά, εκείνη πάλι από το Μούγερ, αυτά με το κρεπ από κάτω....μεγάλο σουξέ της εποχής!
Μου γνώρισε τη μουσική, την πέτσα από βερίκοκο, τα «πέντε λαγωνικά», τους «μυστικούς εφτά», τους «πέντε φίλους» και τα Τρολ. Μου γνώρισε πώς είναι να κάνεις μπάνιο τη γάτα με Shampoo από μαγιά μπίρας, αυτό που η συγκεκριμένη μυρωδιά του κλείνει μέσα της για μένα όλη μου την παιδική ηλικία. Κλείνει τα καλοκαίρια μου σ’ένα σπίτι διώροφο, εκτός οικισμού. Κλείνει τα "ψάθινα καπέλα" της Λυμπεράκη. Κλείνει βεράντα με πέτρες Πηλίου και περιγράμματα ζωγραφισμένα λευκά από παιδικά χεράκια, τα δικά μας, κάθε καλοκαίρι. Κλείνει σωρούς από πέτρες ζωγραφισμένες με φατσούλες από ζωάκια, κλείνει τις πρώτες «πόρτες» που έπαιξα ποτέ. Κλείνει πρωινά με φρυγανισμένο ψωμί και μερέντα φτιαγμένη σε πατέντα γιαγιάς Ζαφειρούλας, κλείνει Βαν VW του τυροπιτά και νερό γλυφό.
Τα πρώτα ροδάκινα μέσα στη θάλασσα εκεί τα έφαγα, κάτω από μια ομπρέλα, Enid Blyton και με την Αμμουλιανή ως ορίζοντα. Ποδήλατα για να πάμε στην Τρυπητή. Ποδήλατα για να πάμε στο Eagles Palace. Εκεί σ’εκείνη την πισίνα, την πισίνα της δεκαετίας του 80, όταν η Ελλάδα ανέδυε μόνο αθωότητα και το nouveau riche δεν υπήρχε ως έκφραση, εκεί έκανα τις πρώτες βουτιάς από βατήρα, μπόμπες! Και να τα νερά να πετάγονται παντού. Και μετά Ουρανούπολη, στον Λεμονή για γλώσσα. Παγωτό χειροποίητο, κρέμα και μόκα, καλοκαίρια και χειμώνες, ειδικά τους χειμώνες. Ατελείωτες ώρες πινκ πονκ στο υπόγειο, τοστάκια και χαρτιά στο ισόγειο, κυνήγι σαρανταποδαρούσας στον πρώτο όροφο με Baygon. Κρεβάτι κουκέτα με κουνουπιέρα και τα πιο ωραία παιδικά σεντόνια ever! A!!! Και τα πιο ωραία πλακάκια τερακότα ever! Κόκκινο καφέ, υφή eggshell, για να περπατάς πάντα ξυπόλυτη και παντζούρια στο πράσινο του πεύκου. Αυτό είναι για μένα το καλοκαίρι. Να καταλαβαίνεις την υφή του υλικού να αλλάζει, παγωμένη τερακότα μέσα, καυτή, από τον ήλιο του Ελύτη, πέτρα αδρή στο μπαλκόνι. Ξαπλώστρες υφασμάτινες, φιδάκι και η Αμμουλιανή πάντα απέναντι σκοτεινός όγκος με φωτάκια – αστέρια.
Να ρουφάς το νέκταρ από τα πορτοκαλί λουλούδια - χωνάκια, σκίαστρο φυσικό για τα αυτοκίνητα. Να χαϊδεύεις το πρώτο λυκόσκυλο και να ξεπερνάς τη φοβία σου. Να πηδάς από πεζούλια ψηλά, να κάθεσαι όλη μέρα στη θάλασσα. Αυτό ήταν για μένα τα καλοκαίρια. Και μουσική, πάντα μουσική. Εκείνη μου έμαθε τη μουσική. Γιατί εκείνη πάει πακέτο με τη μουσική, την ακολουθεί παντού, η μουσική και η θάλασσα, νομίζω. Η πρώτη μας μουσική έξοδος, στο Βαφοπούλειο, να βαριόμαστε φριχτά, να θέλουμε να ανοίξουμε τις καραμελίτσες και αυτές οι διαολεμένες να τρίζουν τυλιγμένες μέσα στο σελοφάν τους. Το πρώτο της φύσημα στο φλάουτο κι εκείνη να ζαλίζεται. Η πρώτη κάθοδος στο Μέγαρο στην Αθήνα, καπάκι μετά τα εγκαίνια, η Δημοτική ορχήστρα στην αίθουσα τελετών του πανεπιστημίου, τα Carmina Burana στην πιο ωραία συναυλία της ζωής μου. Πρώτη μέρα του 2000, Βερολίνο. Τζαζ στο A –train και συναυλία δική της στη θάλασσα του Βορρά, στο Rostock, εκείνη να παίζει φλάουτο κι εγώ να βλέπω κοριτσάκια να τρέχουν στη θάλασσα. Ο ήχος στο Rostock, η αλμύρα στην Τρυπητή.
Θάλασσα και Πηνελόπη. Πηνελόπη και «ναυάγιο», εκείνη πάντα να χάνεται, η θάλασσα πάντα να στραφταλίζει, ένα αυτοκίνητο κολλημένο στους αμμόλοφους, κι εγώ να σκάβω για ξεθάψω την πίσω ρόδα. Όπισθεν θέλει, όχι μαρσάρισμα, όπισθεν θέλει, κι εγώ 33 Φλεβάρηδες μετά, σήμερα θέλω να πάω με την όπισθεν. Σήμερα που θα πάω στο Βαφοπούλειο, θέλω να πάω και να κρυφοκοιτάξω, να τις δω να προσπαθούν να ανοίξουν αθόρυβα τις καραμέλες και ο αέρας να μοσχοβολάει μαγιά μπίρας. Αυτό. Σήμερα δε θέλω να είμαι «εσύ είσαι δυνατή και δε σε φοβάμαι». Σήμερα θέλω να μ’αφήσετε να τρώω τα ροδάκινά μου μαζί με εκείνη, την πιο παλιά μου φίλη, να τρέχουν τα ζουμιά στη θάλασσα και να είναι δεκαετία του 80. Αυτό.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου