Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

ένα κόκκινο υγρό και μαύρο.

Βράδυ Παρασκευής, ζορίζεται.
μοιάζει Κυριακής.
Αυτοκίνητα, αυτοκίνητα και παραπάνω αυτοκίνητα, τίγκα στην επιφανειακή οικογενειακή ασφάλεια. Πρόσεξε...την ασφάλεια, όχι την ευτυχία.

Στρέφει το βλέμμα, στο διπλανό τζάμι, και στο παρακεί. Την ευτυχία, την οικογενειακή ευτυχία, αυτή ψάχνει. κι αυτή πουθενά. μόνο μια στοιχισμένη συμβατικότητα. μόνο.

Δε γαμεί...μεταξύ ασφάλειας και ευτυχίας, είναι σίγουρη, θα διάλεγε την ασφάλεια.
Όχι, όχι, όχι συμβατικά. Αλλά ξέρω γω, μια ασφάλεια, μμμμ, πώς να στην περιγράψει, να! μια ασφάλεια που μοσχοβολάει το γιουβετσάκι. το γιουβετσάκι απλά. ούτε το πήλινο σκεύος, ούτε το τραπέζι μελαμίνης δεκαετίας τέλη του '60, ούτε καν το τραπέζι ντηζαινιά που καβατζάρισες εκεί εν τω μέσω της σαλοκουζίνας, κάπου στις αρχές του '90!!
Ε ρε μανία ο νεοέλληνας με τη σαλοκουζίνα! Άσε, να μην αρχίσει. Μια η Βέφα, ένας ο Παρλιάρος, και τρίτον η σαλοκουζίνα. Και να σε καλούν εσένα τον επαγγελματία, να πεις τη γνώμη σου μετά, μετά...
- καλή, καλή η σαλοκουζίνα?
- η ποιά??? το χωλ τεραστίων διαστάσεων, γιου μην!...

Σιωπή. Πιάσε ένα γιουβετσάκι μπας και περάσει η νύχτα και πάμε για άλλα.

Πάμε για άλλα. Με τις προσβλητικές σαλοκουζίνες, εκείνη έχει πια τελείωσει. Δεν την αφορούν.

Τα άλλα, τα άλλα τη ζορίζουν πολύ. Παρασκευή βράδυ, στην ουρά, σε ένα λιμάνι.
Τους κοιτά. Σκαλώνει το βλέμμα απάνω τους.
Νιώθει άβολα. Νιώθει φριχτά άσχημα.
Νιώθει τυχερή. Νιώθει να θέλει να λιώσει, να γίνει ένα με το πάτωμα. Να μη βλέπει.

Πώς να σου πει, για εκείνες τις μορφές. Μία, μία, μία.
Μορφές χωρίς τίποτα.
Τίποτα περιττό.
Τίποτα απαραίτητο.
Τίποτα, ένα ανθρώπινο τίποτα.

Πού πας? όταν είσαι πια ένα τίποτα, ένα τίποτα που κάποτε ήταν αυτό που είσαι εσύ, ναι, ναι εσύ, εσύ μέσα στη μπε-εμβε, στο άουντι..οκ, ίσως σε κάτι πιο ταπεινό...πάντως ήσουν κάπου κι εσύ, κι εσύ κάποτε ήσουν κάποιος, κάποιος με παρελθόν, ήσουν κάποιος κάποιου αγαπημένου, ήσουν κάποιος που... και μόνο που υπήρχες, ανθίζανε χαμόγελα και μοναξιά καμιά στο πρόσωπο κάποιου άλλου...κάποιου δικού σου λατρεμένου.

Κάποτε, πολύ πριν την υγρασία, το μποτιλιάρισμα, και τα σκοτάδια της Ηγουμενίτσας, είχες όνειρα και δάκρυα και φαμίλια και ίσως, ίσως να 'χες κάτι ελάχιστα, για εμένα, και όμως τα πάντα όλα, για εσένα.
Μποτιλιάρισμα μέσα και έξω.
Η δική σας επιστροφή, είναι ο δικός τους αποχαιρετισμός και το δικό της περιπλάνημα.
Ποια πόρτα να ανοίξει.
Μπαίνει στο λιμάνι. Αδράχνει το χερούλι. Σπρώχνει την πόρτα. Πατάει το ποδαράκι έξω.
Πώς βγαίνεις από την υγρασία. Πρώτη φορά δεν την αγαπά, πρώτη φορά δεν την αγαπά την υγρασία.
Αυτοκίνητα παρατεταγμένα σωστά.
Σκέψεις να ξεχύνονται άβολα.

Το πλοίο δεν έχει έρθει ακόμη.
Ένα μαύρο.
Και ένα κόκινο, θυμάται. Πόσο πονάει το κόκινο μέσα στο μαύρο. Πώς στάζει την υγρασία το κόκινο.

Συγνώμη που σε στεναχωρώ. Ειλικρινά. Αλλά είναι το μόνο που μπορώ να κάνω. Ίσως και όχι μόνο.
Μια αντίθεση, μόνο αυτό. Εκείνη ακόμη δεν μπορεί να τη διαχειριστεί. Στην παραδίδει, μήπως, κάτι, κάτι την κάνεις εσύ.
Σκέψου αυτό. Άνθρωποι, μονάδες, μόνοι, άνθρωποι, μόνοι, ούτε γλώσσα, ούτε έγγραφα, ούτε ένα σακούλι, μόνο ένα όνομα, υποθέτω γυρνάνε σε κάποιο όνομα. Το βράδυ της Παρασκευής, ούτε αυτό δεν είχε καμία σημασία. Το μόνο που τον κρατάει όρθιο, είναι να βρει έναν τρόπο να χωθεί στο ίδιο πλοίο με εσένα.
Εσένα που επιστρέφεις στο γιουβετσάκι, με γεμισμένες τις μπαταρίες της ψυχής, γεμισμένα τα μπαγκάζια με αμμουδιές και κοχύλια από το Αιγαίο, γεμάτο εικόνες, ίσως και λίγο θλιμμένο...γιατί είναι τέλος εποχής.
Για εκείνον όμως...είναι αρχή της ζωής. Εξ'ου και η αξιοπρέπεια. Μόνο αυτήν. μόνο αυτήν περιφέρει στην Ηγουμενίτσα.

Dedicated to the only one who helps me breathe, in moments like this.

1 σχόλιο:

  1. ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ.
    ΘΕΛΩ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΣΑΣ ΝΑ ΤΟ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΩ.

    ΔΕΝ ΒΡΗΚΑ ΚΑΠΟΙΟ EMAIL ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΑΦΗΝΩ ΣΧΟΛΙΟ!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή